μύκηρος

μύκηρος
Grammatical information: m.
Meaning: `almond, a nut' (Ath. 2, 52 c a. 53b, H.
Other forms: Lac. μούκηρος, acc. to Seleuc. and Pamphil. ap. Ath. 2, 52c and 53c Laconian and Teian for ἀμυγδάλη; a further by-form is seen in ἀμιχθαλόεις; further are given ἄμυκτον γλυκύ. οἱ δε ἄμικτον H. and ἀμυκλίς γλυκύς, ἡδύς H. (Fur. 140).
Compounds: μουκηρό-βατος (Ath. 2, 53b), -βας (H.) 'καρυοκατάκτης, nutcracker', prob. for -βάγος = -Ϝάγος to (Ϝ)άγνυμι `break'; cf. βάγος κλάσμα ... Λάκωνες H.; details in E. Kretschmer Glotta 18, 95 f.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Unknown. The connection with μύσσομαι, μύξα, lat. mūcus as "weak, slimy fruit" (Hehn Kulturpflanzen 615) seems not helpful. Bechtel Dial. 2, 378 assumes connection with the synonymous ἀμυγδάλη. The variants show that the word is Pre-Greek.
Page in Frisk: 2,267

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • μύκηρος — μύκηρος, λακων. τ. μούκηρος, ὁ (Α) το αμύγδαλο. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Συνδέεται πιθ. με τα μύσσομαι, μύξα* «βλέννα», λατ. mūcus», «βλέννα», οπότε θα είχε σημ. «μαλακός, βλεννώδης καρπός», άποψη που προσκρούει σε σημασιολογικές δυσχέρειες. Κατ …   Dictionary of Greek

  • μύκηρος — almond masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυκήρους — μύκηρος almond masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μύκηρον — μύκηρος almond masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • NUX — a nuceris, quod a Graeco μύκηρος, converso M. in N. secundum Voss. de Secient. Mathem. c. 6. §. 1. Varroni et Isidoro a nocendo dicta est: Aliis Syriacam vocem esse, et ex luz, L. in N. mutatô, vel ex Hebr. Gap desc: Hebrew i. e. Corylus,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Μυκηρόδις — Μυκηρόδις, ἡ (Α) επίκληση τής Αφροδίτης σε επιγραφή τής Κύπρου. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. πιθ. συνδέεται με μύκηρος «αμύγδαλο»] …   Dictionary of Greek

  • μούκηρος — μούκηρος, ὁ (Α) (λακων. τ.) βλ. μύκηρος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.